Πέμπτη, 11 Νοεμβρίου 2010

Ο Μπιτσάκης, το ΚΚΕ και οι «άλλοι»

από Red Notebook

Ο Ευτύχης Μπιτσάκης αποδεδειγμένα πιστεύει στο διάλογο, στο δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή όλων των ρευμάτων της Αριστεράς

Πριν από δύο εβδομάδες, ο Ευτύχης Μπιτσάκης δημοσίευσε σε όλες σχεδόν τις εφημερίδες της Αριστεράς άρθρο με τίτλο «Παρ’ όλα όσα, Αριστερά» [το άρθρο εδώ]. Σε όλες, πλην βεβαίως του Ριζοσπάστη, του οποίου το αυτί δεν ιδρώνει στις αγωνίες, ούτε στη δεοντολογία των «άλλων».

Ο Μπιτσάκης ζητάει από το σύνολο της Αριστεράς το αυτονόητο: ενότητα. Ενότητα, για να μπορέσει η Αριστερά να αντιμετωπίσει το Μνημόνιο, την Τρόικα, την επίθεση του κεφαλαίου στις κοινωνικές κατακτήσεις αιώνων. Γνωρίζει βεβαίως ο ίδιος ότι στο νέο πολυπολικό κόσμο, στον κόσμο του διεθνοποιημένου κεφαλαίου, των πολλαπλών αντιθέσεων και της πλανητικής απειλής, οι απαντήσεις δεν είναι ίδιες. Όπως δεν είναι ίδιες οι Αριστερές. Έχει πλήρη επίγνωση των διαιρέσεων, των ιδεολογικών και στρατηγικών ανταγωνισμών που διατρέχουν το σώμα της Αριστεράς. Και ο ίδιος δεν το παίζει υπεράνω· αντιθέτως, καταθέτει τη δική του ταυτότητα με αιχμηρό τρόπο. Έκκληση για πολιτική ενότητα κάνει, για αγωνιστική ενότητα υπεράσπισης του κόσμου της εργασίας. Δεν παριστάνει τον ανίδεο διανοούμενο που καταθέτει ηθικές εκκλήσεις εν αγνοία των υπαρκτών αντιθέσεων.

Ο Μπιτσάκης ξέρει ότι το ΚΚΕ θα αδιαφορήσει και ότι ο Ριζοσπάστης δεν θα φιλοξενήσει το κείμενό του. Αυτάρκεις και περίκλειστοι οι ίδιοι, κάστρο, εκλογικά δικαιωμένοι όμως, αφού η μαχητικά ανθενωτική τους στάση δικαιώνεται στις κάλπες. Γιατί λοιπόν να εκτίθενται στην ψυχική δοκιμασία του ενδοαριστερού «διαλόγου» ή την ανθρωποφαγική «οικειότητα» των αριστερών μετώπων - του ΣΥΡΙΖΑ και της ΑΝΤΑΡΣΥΑ μη εξαιρουμένων; Καθαρίζουν με όλα αυτά δια της πολεμικής. Κι εδώ, βέβαια, βοηθάνε και οι «άλλοι».

Ο κόσμος του ΚΚΕ, εξάλλου, τα μέλη, οι φίλοι, οι ψηφοφόροι, διαχρονικά δεν είναι συνηθισμένοι να βάζουν δύσκολα ερωτήματα στην καθοδήγηση (και όσοι βάζουν, συνήθως διαγράφονται).

Για παράδειγμα: Ας υποθέσουμε ότι η στρατηγική του ΚΚΕ είναι η δημιουργία βήμα-βήμα της δυαδικής κοινωνίας και ότι γι’ αυτό στήνει ΠΑΜΕ παντού: στα συνδικάτα, στους αγρότες, τώρα και στα πανεπιστήμια. Ας υποθέσουμε ότι θεωρεί τις κοινωνικές δομές εξαχρειωμένες, ταξικές παγίδες, θύλακες της αστικής ιδεολογίας και ότι γι’ αυτό φτιάχνει τις δικές του. Πώς συμβαδίζει η στρατηγική αυτή για την δυαδική κοινωνία με τη «μηδενική ισορροπία» των κοινωνικών αγώνων; Πώς γίνεται η πρωταρχική κοινωνική συσσώρευση (των οργανωμένων του δυνάμεων) να έχει και αυτή με τη σειρά της μηδενικό άθροισμα; Κέντρο διερχομένων ο κομματικός ιστός;

Φανταζόμαστε ότι η απάντηση είναι ότι φταίνε, διαδοχικά: οι (παγκόσμιοι) ταξικοί συσχετισμοί, η περίοδος που έχει αρνητικό πρόσημο για το κομμουνιστικό κίνημα, οι «προδότες» που δημιουργούν συγχύσεις στην άνοδο της ταξικής συνείδησης κ.λπ. Χλωμές απαντήσεις, που στην πραγματικότητα επιβιώνουν χάρη στην ανυποληψία «των άλλων» στο ενδοαριστερό μακελειό. Στην ανυποληψία τους σήμερα. Γιατί λίγο καιρό πριν, το ΚΚΕ και ο Ριζοσπάστης τα έβρισκαν πραγματικά σκούρα, όταν ο ενωτικός και ριζοσπαστικός λόγος του ΣΥΡΙΖΑ συναντιόταν με την άνοδο των κοινωνικών και των νεολαιίστικών αγώνων, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Κοινωνικό και πολιτικό.

Το ΚΚΕ δεν ταλαντεύτηκε ούτε στιγμή εκείνη την περίοδο. Ταυτίστηκε με το μπλοκ εξουσίας σε επιθέσεις όχι μόνο εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και κατά της νεολαιίστικης εξέγερσης. Μερικές φορές μάλιστα πρωτοστάτησε παρέα με τον ΛΑΟΣ στην κατασυκοφάντηση τους.

Η στάση αυτή του ΚΚΕ δεν είχε να κάνει τόσο με την πολιτική μισαλλοδοξία ή την ιδεολογική δυσανεξία του έναντι της άλλης Αριστεράς: το διακύβευμα ήταν η πρωτοκαθεδρία στην Αριστερά και η δια των εκλογικών ποσοστών πιστοποίησή της. Ένας ριζοσπαστικός πόλος στα αριστερά του ΚΚΕ, και μάλιστα σε συνομιλία με τα κινήματα και τις κοινωνικές αντιστάσεις, έστελνε αυτόματα τη στρατηγική του στα αζήτητα.

Ο Μπιτσάκης γνωρίζει την λογική του ΚΚΕ από τα μέσα. Γνωρίζει ότι οι εκκλήσεις ενότητας, όπως αυτή που κατατίθεται στο άρθρο του, το αφήνουν παγερά αδιάφορο - και μάλιστα σε περιόδους ύφεσης των αγώνων. Στους «άλλους» απευθύνεται: στον ΣΥΡΙΖΑ και τον Συνασπισμό, στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ, στο Μέτωπο, στο Βήμα Διαλόγου. Αναρωτιέται, δικαίως, πώς είναι δυνατόν οι στρατηγικές διαφορές των συνιστωσών της Αριστεράς να μην επιτρέπουν την κοινή δράση και τον διάλογο για τα «μεγάλα»: τη διέξοδο από την κρίση, τη στρατηγική. Θεωρεί ως λογικός αριστερός ότι τα κεκτημένα - δηλαδή η καταδίκη και ο αγώνας κατά του Μνημονίου, όπως και η επαναδιαπραγμάτευση του δημόσιου χρέους-, αποτελούν την επαρκή πολιτική βάση για τους ενωτικούς αγώνες, όπως και για τον δημόσιο διάλογο. Αντιθέτως, δεν θεωρεί ιδιαίτερα αξιόλογες τις «συνολικές» απαντήσεις από τη μεριά των τμημάτων της Αριστεράς. Για την ακρίβεια τις θεωρεί «επιστημονικά αθεμελίωτες», ότι δεν πατάν στέρεα σε κάποια στρατηγική πρόταση.

Ο Ευτύχης Μπιτσάκης αποδεδειγμένα πιστεύει στο διάλογο, στο δημόσιο διάλογο με τη συμμετοχή όλων των ρευμάτων της Αριστεράς. Χαρακτηριστικά, τις μέρες που στηνόταν το Βήμα Διαλόγου, ήταν από τους λίγους που απεύθυνε πρόσκληση συμμετοχής σε ανθρώπους που δεν είχαν καταγωγή από το ΚΚΕ, όπως και δεν θεωρούσε προαπαιτούμενο τη συμφωνία για έξοδο από το ευρώ και την Ε.Ε. Κρίνοντας από τις υπογραφές, αλλά και από τη σύνθεση των πάνελ στις εκδηλώσεις του Αριστερού Βήματος, μάλλον πρέπει να είναι σχετικά μόνος.

Από την άλλη, όπως προείπαμε, δεν κρύβει τη δική του ιδεολογική ταυτότητα. Αντιθέτως την τονίζει μαχητικά. Δεν θεωρεί ότι τα ρεύματα της Αριστεράς έχουν όλα δίκιο. Δεν διστάζει μάλιστα να είναι «πολεμικός» απέναντι στο ευρωκομμουνιστικό ρεύμα: «αυτοί, δέσμιοι ακόμη της αόριστης και καταστροφικής ιδεολογίας του ευρωκομμουνισμού και του ασαφούς ευρωπαϊσμού, δεν ασχολούνται με θέματα "στρατηγικής"».

Στην πραγματικότητα ανασύρει από τις ιδεολογικές του αποσκευές την πολεμική απέναντι στον «δεξιό ευρωκομμουνισμό»: εκείνον του Κύρκου και του Καρίγιο. Ενδεχομένως δεν γνωρίζει άλλο. Μόνο που, θέτοντας ως επείγουσα προτεραιότητα τη θεωρητική συζήτηση για την καπιταλιστική κρίση, τη στρατηγική της Αριστεράς και την κομμουνιστική ουτοπία, θέλοντας και μη είναι υποχρεωμένος να διαλεχτεί με το ευρωκομμουνιστικό ρεύμα. Με το ρεύμα του αριστερού ευρωκομμουνισμού για την ακρίβεια, διότι το άλλο ενσωματώθηκε στη σοσιαλδημοκρατία.

Σε κάθε περίπτωση, η συζήτηση που προτείνει ο Μπιτσάκης πολώνεται εξαρχής σε δύο σχολές σκέψης - στην πραγματικότητα: σε δύο διαφορετικές στρατηγικές. Στην εθνοκεντρική (όπου υπάγεται ο Μπιτσάκης) και στην ευρωπαϊκή-διεθνιστική. Κι αυτό, χωρίς να εντοπίζονται αποκλειστικά εδώ οι διαφωνίες.

Μέσα από τις γραμμές του ίδιου άρθρου, ο Μπιτσάκης αναμοχλεύει σοβαρά ιδεολογικά ζητήματα προς επίλυση: τις θεωρίες της εξάρτησης, της αυτοδύναμης ανάπτυξης (σε ένα διεθνοποιημένο κόσμο), την εργαλειακή προσέγγιση του κράτους, τα ζητήματα της κυριαρχίας και της επιβολής. Ζητήματα που οι σημερινοί ευρωκομμουνιστές δίνουν διαφορετικές απαντήσεις, με άλλα αναλυτικά εργαλεία, τους οποίους είναι αδύνατον να προσπεράσεις, όχι μόνο γιατί αποτελούν μια σημαντική ομάδα με πλούσια θεωρητική δουλειά, οργανικοί διανοούμενοι της Αριστεράς οι περισσότεροι, αλλά γιατί είναι μέρος ενός παγκόσμιου θεωρητικού ρεύματος με κοινές παραδοχές για τα ζητήματα της μετάβασης και του κράτους. Για όλα αυτά όμως θα έχουμε την ευκαιρία να τα πούμε περισσότερο αναλυτικά και με πολλές αφορμές την επομένη. Η συζήτηση έτσι και αλλιώς έχει αρχίσει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου