Πέμπτη, 26 Σεπτεμβρίου 2013

Για τις τελευταίες εργοδοτικές μεθοδεύσεις στη ΣΤΑ.ΣΥ

  Ένα από τα θέματα που κυριαρχούν στις ανακοινώσεις μας τα τελευταία τρία χρόνια είναι η επισήμανση της αυταρχικότητας των αφεντικών και η ανάγκη να αντισταθούμε στην τρομοκρατία που μας ασκούν. Αυτή η επιμονή και η επανάληψη δεν οφείλονται σε κάποιου είδους εμμονή αλλά στο γεγονός πως η επίθεση εναντίων μας και η υποτίμηση των ζωών μας οξύνεται διαρκώς. Τελευταίο σημαντικό επεισόδιο στις κινήσεις της διοίκησης  προς κλιμάκωση της αυταρχικότητας και της καθυπόταξης μας ήταν η  απόφαση του προέδρου να μετακινηθούν 144 συνάδελφοι από τις διοικητικές υπηρεσίες στα εκδοτήρια εισιτηρίων και ...
από τα εκδοτήρια στον έλεγχο εισιτηρίων. Με αυτό τον τρόπο προσπαθούν να διαχειριστούν τις ελλείψεις που έχουν προκληθεί από διάφορες μεθόδους μείωσης προσωπικού όπως είναι οι απολύσεις, οι μετατάξεις, οι εφεδρείες κλπ. Πιο σημαντικό είναι όμως πως με αυτό τον τρόπο επιδιώκουν να πετύχουν την πλήρη υποταγή των εργαζομένων. Είναι πολλά τα θολά και εν πολλοίς παράλογα σημεία αυτής της κίνησης. Οι μήνες περνάνε και ακόμα δεν έχει δημοσιοποιηθεί επίσημα με βάση ποια κριτήρια έγινε η παραπάνω μετακίνηση. Χωρίς να έχει τεθεί σε ισχύ κανένα οργανόγραμμα, αυθαίρετα και με το έτσι θέλω αποφάσισαν και διέταξαν. Η διοίκηση επιμελώς και συνειδητά συντηρεί την αβεβαιότητα και τη θολούρα προκειμένου να ενισχύεται η ανασφάλεια και η αδράνεια από την πλευρά μας. Πραγματοποιώντας λογικές ακροβασίες επιχειρούν να δικαιολογήσουν το δεύτερο κομμάτι της μετακίνησης, αυτό στον έλεγχο εισιτηρίων. Παραδέχονται εμμέσως πως δεν έχει τεθεί κάποιο οργανόγραμμα της ΣΤΑΣΥ σε εφαρμογή, καθώς βασίζονται στο εν ισχύ οργανόγραμμα των ΗΣΑΠ και το κυριότερο επιχειρούν να αποκρύψουν την αισχρή εφαρμο­γή της διευθυντικής αυθαιρεσίας. Μια αυθαιρεσία που πλέον αποτελεί κανόνα. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και η τακτική τους να μην υπογράφονται έντυπα αλλαγής θέσης, ώστε εμείς να μένουμε στον αέρα και αυτοί να μπορούν να κινηθούν κατά το δοκούν. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσεται και ο αυταρχισμός τους, σε τέτοιο σημείο μάλιστα όπου θεωρούν πως αυτοί θα αποφασίζουν αν και πότε οι εργαζόμενοι θα πάνε σε γιατρό, ακόμα κι αν διακυβεύεται η ίδια μας η ζωή. Μια εκτίμηση που κάνουμε σχετικά με τους σκοπούς της υποχρεωτικής μετακίνησης είναι πως εναγωνίως προσπαθούν να συγκεντρώσουν τους εργαζόμενους σε συγκεκριμένες κατηγορίες προκειμένου να μπορούν εύκολα να απαλλαγούν από το βάρος τους παραχωρώντας τις συγκεκριμένες υπηρεσίες σε ιδιώτες.
Η αυθαιρεσία είναι κυρίαρχο χαρακτηριστικό σε κάθε ενέργεια της διοίκησης. Με το θέμα του ανθυγιεινού επιδόματος, για άλλη μια φορά ο παραλογισμός φτάνει στο απόγειο του. Πλέον δεν είναι η φύση της εργασίας, οι κίν­δυνοι και οι δυσκολίες που αντιμετωπίζουν οι ερ­γαζόμενοι, οι παράγοντες που θα καθορίσουν αν θα πάρουμε το επίδομα και πόσο θα είναι αυτό, αλλά όλα καθορίζονται ανάλογα με τον προϋπολο­γισμό της εταιρίας. Θα μας δίνουν δηλαδή όσα θέλουν, όποτε θέλουν και αν θέλουν. Οι ταχυδακτυλουργίες με  το επίδομα επικίνδυνης και ανθυγιεινής εργασίας είναι μνημείο αντιδεοντολογίας. Η όλη διατύπωσή του σχετικού “φιρμανιού” από την αρχή ως το τέλος ξεχειλίζει από την εξοργιστική αγραμματοσύνη, τη χυδαιότητα, την προχειρότητα και την Προκρούστειο νοοτροπία των συντακτών της. Κατ’ αρχήν, οι εκδίδοντες την απόφαση είναι αναρμόδιοι προς τούτο. Ο καθορισμός ανθυγιεινότητας, επικινδυνότητας κ.λπ. των διαφόρων επαγγελμάτων είναι αντικείμενο ασφαλιστικών φορέων και προκύπτει από συνδυασμό επιστημονικής μελέτης (π.χ. στατιστικές τραυματισμών, επαγγελματικών νόσων, σωματικής κοπώσεως κ.α.) και κοινωνικής-συνδικαλιστικής διεκδικήσεως. Επίσης, η διαφοροποίηση των ρυθμίσεων κατά εταιρεία είναι αδιανόητη. Οι ταξινομήσεις επαγγελματικής επικινδυνότητος δεν μπορούν να νοούνται, παρά μόνο πανεθνικής εμβέλειας και ανεξάρτητες εργοδότη. Είναι αδιανόητο να προσαρμόζονται αυτά με ρυθμίσεις μαγειρεμένες φωτογραφικά κατά μεμονωμένο εργοδότη! Το Υπουργείο Μεταφορών ειδικότερα δεν έχει καμία αρμοδιότητα να ανακατώνεται ούτε στα ανθυγιεινά (πού είναι θέμα ασφαλιστικών φορέων), ούτε στη διαχείριση των λειτουργικών λεπτομερειών των συγκοινωνιακών επιχειρήσεων, ούτε στα μισθολογικά του προσωπικού τους ούτε στις συλλογικές διαπραγματεύσεις.
Το ερώτημα που γεννιέται  είναι εάν οι αποφάσεις των διοικούντων οφείλονται απλώς στον παρα­λογισμό τους. Το γεγονός πως φάσκουν και αντιφάσκουν, αναιρούν προηγούμενες αποφάσεις τους ή επιλέγουν να «παγώσουν» την εφαρμογή τους αποδεικνύει πως όχι μόνο δεν αντιλαμβάνονται τις ανά­γκες λειτουργίας των συγκοινωνιών αλλά είναι και το τελευταίο που τους ενδιαφέρει. Ακολουθώντας τη γενικότερη κατεύθυνση της επίθεσης κράτους και αφεντικών προς την εργατική τάξη, υποβαθμίζουν την αξιοπρέπειά μας, απαξιώνουν την εργασία μας και εν τέλει μας κάνουν σαφές πως μας θεωρούν βαρίδια που πρέπει να ξεφορτωθούν. Ο αυταρχικός τρόπος μετακίνησης αλλά και ο αυθαίρετος τρόπος καταβο­λής του ανθυγιεινού αποδεικνύει πως για τους διοικούντες πως όλοι και όλες μας δεν είμαστε παρά νούμερα, αντικείμενα που μπορούν να τους αλλάζουν θέση ή να τα πετάνε στα σκουπίδια.
Όσον αφορά δε τα σωματεία, είναι λάθος που διαπραγματεύονται το ανθυγιεινό επίδομα με βάση τον προϋπολογισμό της εταιρίας. Με αυτό τον τρόπο αποδέχονται πλήρως την εξάρτηση της καταβολής του από οικονομικούς και όχι αντικειμενικούς παράγοντες. Το αποτέλεσμα είναι να αυξάνονται τα περιθώρια αυθαιρεσίας της διοίκησης. Επίσης τεράστιες ευθύνες έχουν τα σωματεία και στο θέμα των μετακινήσεων, είτε αφορούν μέλη τους είτε όχι. Είναι προφανές πως οι μετακινήσεις εργαζομένων, είτε γίνονται όπως στη ΣΤΑΣΥ μονομερώς, είτε σε συνεργασία με τα σωματεία και τις παρατάξεις όπως στην ΟΣΥ, ως αποτέλεσμα έχουν την defacto επιβολή της διαρκούς κινητικότητας. Είναι κατανοητό πως συνδικαλιστές που έχουν γαλουχηθεί με λογικές παραγοντισμού, συνδιαλλαγής, παρασκηνίου και μεθοδεύσεων, δυσκολεύονται να παραδεχθούν πως πλέον δεν θα βρίσκονται στο προσκήνιο. Στις απέλπιδες προσπάθειές τους να διατηρή­σουν κάποιο ρόλο στις καινούργιες συνθήκες, θύματα είμαστε εμείς καθώς δεν διστάζουν να μας θυσιάσουν αν αυτό θεωρούν πως θα τους επιτρέψει να παραμείνουν οι διαχειριστές της μιζέρια μας.
Δυστυχώς δεν έχουμε να αντιμετωπίσου­με μόνο τη διοίκηση ή το υπουργείο. Αυτοί δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να ικανοποιούν τις ανάγκες κράτους και κεφαλαίου. Ανάγκες που επιτάσσουν την πλήρη εξαθλίωση και υποταγή μας. Αυτό που μας προβληματίζει είναι η συμπε­ριφορά, οι αντιλήψεις και γενικότερα η στάση ζωής πολλών συναδέλφων. Πολλοί συνάδελφοι ακόμα και τώρα με τους μι­σθούς τους μειωμένους, την εργασία τους να έχει εντατικοποιηθεί και τις συνθήκες να έχουν χειροτε­ρεύσει επιμένουν να στρέφονται εναντίων συναδέλφων και να επικεντρώνουν την κριτική τους σε όσους πληρώνονται περισσότερο ή δουλεύουν λιγότερο. Αυτή η αντίληψη προφα­νώς δεν εντοπί­ζεται σε μια συγκεκριμένη ειδικότητα, αλλά αντιθέτως διατρέχει οριζόντια όλες τις ειδικότητες. Θα πρέπει να αντιδράσουμε σε μια προοπτική αλληλοφαγώματος. Να αντιλη­φθούμε πως όταν επιδιώ­κουμε την ικανοποίηση των αναγκών μας εις βάρος άλλων συναδέλφων αγγίζουμε τα όρια του κοινω­νικού κανιβαλισμού. Ας φανταστούμε μια συνθήκη όπου διοικητικοί, οδηγοί, υπεύθυνοι σταθμών, εκδότες εισιτηρίων, τεχνίτες κλπ. θα είναι όλοι εναντίων όλων και εναντίων της διοίκησης κανείς.
Στην παρούσα φάση λοιπόν αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι να οργανωθούμε και να συντονιστούμε. Απέναντι στην αυταρχικότητα και την αυθαιρεσία της διοίκησης θα πρέπει να αμυνθούμε με κάθε τρόπο, συνδικαλιστικό αλλά και νομικό. Με αγωγές στα δικαστήρια και θεσμούς όπως είναι η επιθεώρηση εργασίας αλλά και με συγκεντρώσεις και απεργίες οφείλουμε να μην σκύψουμε το κεφάλι. Τόσο οι πραγματοποιηθείσες μετακινήσεις, όσο και οι επόμενες, θα πρέπει να βρουν αντίσταση από την πλευρά μας. Ακόμα κι αν υπό το βάρος του εκβιασμού πάμε εκεί που μας διατάζουν, ο αγώνας δεν σταματά. Ενημερωνόμαστε από τους συναδέλφους για τα δικαιώματα της καινούργιας θέσης και με επιμονή απαιτούμε την ικανοποίηση όσων δικαιούμαστε από τις συλλογικές μας συμβάσεις ακόμα κι αν αλλάζουμε χώρο εργασίας (πχ από Μετρό στους ΗΣΑΠ). Ο καθορισμός του ανθυγιεινού επιδόματος οφείλει να γίνει με βάση αντικειμενικά κριτήρια από ανεξάρτητους εξειδικευμένους οργανισμούς χωρίς να περιορίζεται από το οποιοδήποτε budget οποιασδήποτε εταιρείας. Η επιβάρυνση της υγείας μας και η επικινδυνότητα της εργασίας μας δεν χωράνε σε κανένα budget. Είναι απαραίτητο να αγωνιστούμε για την κατάργηση του ενιαίου ισοπεδωτικού φτωχολογίου. Πάνω από προϋπολογισμούς και νούμερα, πάνω από κάθε εταιρεία είναι ο αγώνας μας για κοινωνία χωρίς καταπίεση και εκμετάλλευση, για μια κοινωνία ελευθερίας, ισότητας και αλληλεγύης.

ΠΗΓΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου